Περί βδελυγμάτων…

Αργήσαμε να δημοσιοποιήσουμε αυτό το κείμενο γιατί θέλαμε να αφήσουμε ένα χρονικό περιθώριο στη συνέλευση του Φεστιβάλ Σεξουαλικότητας να αναστοχαστεί πάνω στα τι και πώς της συναυλίας που οι ίδιες/ίδιοι διοργάνωσαν, ελπίζοντας πως θα υπάρξει από πλευράς τους κάποιος δημόσιος αυτοκριτικός λόγος. Αυτή η δημόσια τοποθέτηση δυστυχώς δεν υπήρξε. Αν και το κείμενο που ακολουθεί μιλάει για συγκεκριμένα άτομα που τραγούδησαν σε ένα συγκεκριμένο φεστιβάλ, τοποθετείται κριτικά απέναντι σε όσους/ες γενικότερα εκφράζουν ή στηρίζουν παρόμοια σκεπτικά και περιεχόμενα μέσα σε πολιτικούς χώρους, ακόμη και έμμεσα, ακόμη και με σχόλια «μα είναι φίλοι μου, μα τους ξέρω, μα είναι καλά παιδιά, μα δεν εννοούν αυτό που λένε, μα μα μα».

Το τριήμερο 7-9 Μαρτίου διοργανώθηκε στο ΑΠΘ το δεύτερο φεστιβάλ σεξουαλικότητας, με προβολές ταινιών και συζητήσεις γύρω από ζητήματα όπως ο σεξισμός, η ομοφοβία και η τρανσοφοβία. Στο κεντρικό λάιβ του φεστιβάλ, που έγινε στο στέκι στο βιολογικό οι μόνοι που είχαν καλεστεί ήταν «το βδέλυγμα και ο onesecbeforethend», που παρουσίαζαν το cd 8ο φετίχ. Η συναυλία τους αυτή λοιπόν δεν ήταν ένα τυχαίο λαϊβάκι που διοργανώνεται μες στο χαμό στα Πανεπιστήμια. Ήταν η μόνη συναυλία στα πλαίσια ενός φεστιβάλ που δείχνει να θέλει να αρθρώσει πολιτικό λόγο σχετικά με ζητήματα σεξουαλικότητας. Επιπλέον, το ότι έγινε σ’ ένα στέκι με συγκεκριμένα πολιτικά χαρακτηριστικά νομίζουμε αποτυπώνει την προσπάθεια του Φεστιβάλ να ενταχθεί στην κουλτούρα του «ευρύτερου ανταγωνιστικού κινήματος», να αποτελέσεις μέρος μιας συλλογικής προσπάθειας να δημιουργήσουμε δικές μας δομές, δικά μας νοήματα, δικές μας σχέσεις…

Ως ομάδα είχαμε καλεστεί (εμείς καθώς και όλες σχεδόν οι ομάδες της πόλης που ασχολούνται με το έμφυλο και το lgbtqi ζητημα) από του διοργανωτές για να στηρίξουμε και να περιφρουρήσουμε το εγχείρημα κι έτσι κάποιες από εμάς βρεθήκαμε και στο λάιβ.

Κάπου εκεί, μέσα σ’ ένα χώρο θεωρητικά απελευθερωμένο από το κράτος, το κεφάλαιο και την εξουσία, το μισογυνισμό, την ομοφοβία, το ρατσισμό και ό,τι άλλα μεγαλόστομα σκατά μπορεί να φανταστεί κανείς, ξεκίνησαν όλα…

Κι ενώ βρεθήκαμε εκεί για να στηρίξουμε το φεστιβάλ ως πολιτικό εγχείρημα και όχι για να περάσουμε, απαραίτητα, καλά, αρχίσαμε να προσέχουμε τους στίχους των κομματιών και κυρίως τα σχόλια μεταξύ των δύο mcs· Κομμάτια που μιλούσαν για το βιασμό γυναικών και ανήλικων παιδιών μέσα από την οπτική του βιαστή και του παιδεραστή. Πάρα πολλές και πάρα πολύ ανατριχιαστικές λεπτομέρειες του βιασμού συνοδεύονται με ένα victim blaming του θύματος που κατηγορεί τον εαυτό της που βρέθηκε σε ανυπεράσπιστη θέση και εύχεται «να καθόμουν στ’ αυγά μου στο εστιατόριο». Στο τέλος ο βιαστής στη φυλακή να ηρωοποιείται ως θύμα του σωφρονιστικού συστήματος, αλλά αυτός αδάμαστος και πάντα σε στύση ετοιμάζει την επόμενη εκσπερμάτωσή του με ένα κρεσέντο «Κι ο ψόφος μου δεν έρχεται πριν την επόμενη θριαμβευτική μου νίκη.. το νέο έκχυμα στα εντόσθια νέας καριόλας». Ενθουσιώδη σχόλια «μπράβο μαν, το βίασες το κομμάτι» ακούγονταν στις παύσεις, μιας και κάτι τέτοιο αντιστοιχούσε σε ένα θέμα τόσο ανάλαφρο.

Στην σκηνή κυριαρχούσαν πούτσες ορθωμένες, πούτσες μεταφορικές, πούτσες που γαμούσαν τους αντιπάλους σε στίχους όπως:

Βαλσαμωμένες πούτσες Νιγηριανών στον πρωκτό του
Τρίβει άντερα Πακιστανών πάνω στο φρικτό του πέος
αφότου με μιας έφηβης τσιγγάνας το αποκομμένο κεφάλι
προσποιούταν μινέτο στην εκστατική του ζάλη
Τρώει τ’ αρχίδια ενός πεντάχρονου Μπαγκλαντεσιανού
την ώρα που σοδομίζει το πτώμα ενός γέρου Αλβανού

και

η Αλέκα χώνει τον πούτσο της στο μεγάλο αρχηγό
κι ακόμα κι εγώ ηδονίζομαι στο θέαμα αυτό

Ένα φαλλοκεντρικό παραλήρημα ηδονιστών παρατηρητών και πούτσες τιμωροί που εξευτελίζουν τον εχθρό. Μια εμετική έκφραση βίας πάνω σε σώματα που μοιάζει να μην έχει καμιά αξία αν θα ζουν ή αν θα παίζουμε ποδόσφαιρο με τα κεφάλια τους. Μια νοσηρή εξοικείωση με τον φρικτό θάνατο Άλλων , οι οποίοι ορίζονται με εθνικά και έμφυλα κριτήρια, μια νοσηρότητα που απηχεί την κυρίαρχη προπαγάνδα που, έτσι κι αλλιώς, όλους αυτούς τους θεωρεί ζωές ανάξιες να βιωθούν.

Η συναυλία έκλεισε με σχόλια για τα πουστράκια τους χρυσαυγίτες…. Στις δικές μας διαμαρτυρίες για το σχόλιο η απάντηση ήταν ότι κάθε χρυσαυγίτης κρύβει μια καταπιεσμένη αδερφή και μάλιστα με επίκληση στην αυθεντία του Κασιδιάρη(!). Κι αν πιστεύετε πως το πρόβλημα ήταν η δική μας ανικανότητα να αντιληφθούμε το χιούμορ και την ειρωνεία των καλλιτεχνών, γιατί έχουμε «politically correct» μυαλά, η αντίδραση μέρους του κοινού, που μας φώναζε κολλημένες και «μωρή σκρόφα, τι σε νοιάζουν τα πουστράκια» δείχνει πως όσα λέγονταν γινόντουσαν γενικά αντιληπτά με πολύ κυριολεκτική σημασία.

Σοκαρισμένες παρακολουθήσαμε ολόκληρο το λάιβ. Κατά τη διάρκειά του είχαμε απευθυνθεί στην διοργάνωση του φεστιβάλ για να διαμαρτυρηθούμε, το λάιβ όμως συνεχίζονταν κανονικά, αφού, ούτε τότε, ούτε μετά έδειξαν να θεωρούν έστω κάπως προβληματικά τα όσα διαδραματίζοντα, να επανεξετάζουν έστω την επιλογή τους να καλέσουν τη συγκεκριμένη μπάντα.

Μετά το τελευταίο κομμάτι κατευθυνθήκαμε στη σκηνή με σκοπό να τους πούμε την άποψή μας για τους μισογύνικους και ρατσιστικούς στίχους και τα ομοφοβικά σχόλια. Ή μήπως δεν έπρεπε να το κάνουμε, σεβόμενες την αυθεντία και εξουσία όσων ήταν από τη μεριά της σκηνής και των μικροφώνων;

Αρχίσαμε μια συνομιλία η οποία έγινε μπροστά στα ανοιχτά μικρόφωνα (αργότερα θα καταλαβαίναμε γιατί), στην οποία το ειρωνικό ύφος των mcs δημιούργησε κλίμα απ’την αρχή. «Έλα να κάνουμε ανοιχτό διάλογο» είπαν με μπλαζέ χαμόγελο, απλά εμείς θα σας ειρωνευόμαστε, ενώ οι φαν μας θα σας βρίζουν ανοιχτά.

– «Προσβάλλεις την lgbt κοινότητα που ήρθε να σε δει. Δεν περίμενα να ακούσω κάτι τέτοιο σε ένα φεστιβάλ σεξουαλικότητας. Είναι ομοφοβικό να αποκαλείς τους χρυσαυγίτες πουστράκια»
– «Αυτός είναι πούστης κι εγώ έχω πάει μια φορά με άντρα» (δείχνοντας τον άλλο mc)
– «Μιλούσες μόνο για γκαυλωμένες πούτσες που γαμάνε, δεν μας νοιάζει πόσο μεγάλες είναι οι πούτσες»
– «Μα εμένα η πούτσα μου είναι μικρή».

Διάλογοι θεάματος, με μπλαζέ υφάκι και στημένο σκηνικό. Εξυπνακίστικα επιχειρήματα που προσπαθούσαν να απαξιώσουν και να από-πολιτικοποιήσουν τις διαφωνίες μας. Λες και δεν υπάρχουν γκέι ομοφοβικοί ή γυναίκες μισογύνισσες. Λες και η μικρή πούτσα αποτελεί δικαιολογία για ό,τι ομοφοβία και σεξισμό ξερνάει κανείς… Φύγαμε ενώ ακούγαμε από το μικρόφωνο «Εμείς θέλαμε το διάλογο, τα κορίτσια φύγαν».

Δεν θα μπούμε στη διαδικασία να εξηγήσουμε γιατί δεν ήταν φασιστική συμπεριφορά το κράξιμο που ρίξαμε, όπως ακούσαμε από κάποιους. Ή για ποιό λόγο δεν είμαστε φεμι-ναζί, όπως έγραψαν μετά οι δύο mcs στο μπλογκ τους. Θα πούμε μόνο πως σε μια χώρα με κρατικά και παρα-κρατικά τάγματα εφόδου στους δρόμους, με Ξένιο δία ενάντια σε μετανάστες, τρανς και οροθετικές, βυθισμένες βάρκες στο αιγαίο και επαναπροωθήσεις, και με 7000 μετανάστες και μετανάστριες φυλακισμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν είναι απλά ηλίθιο και ανιστόρητο να πετάς τέτοιους χαρακτηρισμούς, είναι επικίνδυνο. Και θα θυμίσουμε σε αυτούς που χρησιμοποιούν τον όρο φεμι-ναζί την αγαπημένη καραμέλα κάθε ακροδεξιού/φασιστικού (παρα)μορφώματος, τον «αντίστροφο ρατσισμό κατά των ελλήνων».

Η ιστορία θα ήταν μια από τις πολλές που όσες ασχολούμαστε με το έμφυλο ζήτημα έχουμε ζήσει ξανά και ξανά, με την διαφορά ίσως ότι νιώσαμε τόσο παραβιασμένες σε ένα εγχείρημα που υποτίθεται συμμετείχαμε με κάποιον τρόπο. Η συνέχεια όμως ήταν βγαλμένη από εκπομπή του Νίκου Ευαγγελάτου, με μπόλικη δόση κανιβαλισμού και τακτικές που μόνο σε πολιτικούς χώρους δεν ταιριάζουν.

Πληροφορηθήκαμε ότι ο «ειλικρινής διάλογος» είχε χωρίς γνώση μας μαγνητοφωνηθεί, είχε χωρίς τη συγκατάθεσή μας ανέβει στο ίντερνετ, αφού τον είχαν οικειοποιηθεί, σε μια κίνηση υπεροψίας και τρολιάς. Δεν θεωρούμε τυχαίο ότι επέλεξαν να ανεβάσουν μόνο το τέλος του διαλόγου, όταν το ύφος ήταν πια έντονο και κάποιες από εμάς, εμφανώς ταραγμένες, φώναζαν. Τίποτα από τα όσα προηγήθηκαν και μας εξόργισαν τόσο. Αποτυπωνόμαστε απλά σαν κάποιες «υστερικές» γκόμενες που φωνάζουν από το πουθενά κάτω από τον τίτλο: «9ο φετίχ, το καινούριο κομμάτι του δίσκου, ενάμιση χρόνο μετά την κυκλοφορία του». Το κομμάτι τελικά κατέβηκε από το ίντερνετ (τουλάχιστον γι’ αυτό το θέμα κατάφερε να πάρει θέσει το Φεστιβάλ Σεξουαλικότητας!). Μέχρι τότε όμως το συμβάν και οι ταυτότητες όσων ενεπλάκησαν σ’ αυτό έγιναν γνωστές, ακόμα κι όταν δεν το θέλαμε. Και ακούσαμε διάφορα σχόλια, πολλά «μα είναι καλά παιδιά!», «μα σιγά τι έγινε» κι αρχίσαμε να αναρωτιόμαστε πόσο σοβαρή είναι η πολιτική δουλειά που υποτίθεται γίνεται και τι σημαίνει «πολιτικά λάιβ».

Σκεφτόμασταν τα νοήματα που μας ενδιαφέρει να επικοινωνήσουμε μέσα από τα λάιβ και τις φωνές στις οποίες θέλουμε να δώσουμε χώρο έκφρασης. Γιατί να ακουστεί η –έστω και υποθετική- φωνή ενός βιαστή ή ενός φασίστα; Γιατί να αναπαράγουμε την ταύτιση της ομοφυλοφιλίας με κάτι άρρωστο, ανώμαλο, παθολογικό; Γιατί να πίνουμε χαλαρά μπύρες με υπόκρουση την άγρια βία που υφίστανται όσες κι όσοι περισσεύουν απ’ τον εθνικό κορμό, λες και δεν είναι κάτι τόσο τρομερό; Τόσο πολύ θεωρούμε ότι καταπιέζονται αυτές οι απόψεις στη δημόσια σφαίρα, αποτελούν «θέματα ταμπού» που δεν μπορούν να ακουστούν πουθενά αλλού και πρέπει να τα θίξουμε εμείς ως προχωρημένες πρωτοπορίες; Αν κάποιος απάντησε ναι, τότε μάλλον ζούμε σε παράλληλα σύμπαντα.

Σκεφτόμασταν επίσης τα άτομα που μας ενδιαφέρει να χωράνε στα λάιβ και τους χώρους μας. Κι ακόμα περισσότερο σκεφτόμασταν τα άτομα που αποκλείονται και τους όρους με τους οποίους γίνεται αυτό. Αναρωτηθήκαμε αν μια γυναίκα που έχει κακοποιηθεί ή αν ένας μετανάστης που «του την έχουν πέσει» στο δρόμο θα άντεχε να ακούσει ένα τέτοιο λάιβ. Πολύ παραπάνω, αναρωτηθήκαμε γιατί θα έπρεπε να ακούσει κάτι τέτοιο και γιατί θα έπρεπε να τα ζει όλα αυτά και μέσα στους χώρους μας. Αυτό που για κάποιους είναι 2-3 στιχάκια στα οποία κοιτάνε απλά αν η ρίμα και ο ρυθμός ταιριάζουν καλά, 2-3 στιχάκια με τα οποία πουλάνε την εικόνα ενός προχωρημένου, προκλητικού καλλιτέχνη για μια δική τους προσωπική, θεαματική προβολή και ανάδειξη, για κάποιους και κάποιες μπορεί να είναι η ανάμνηση και απειλή μιας πραγματικής βίας, ενός πραγματικού αποκλεισμού.

Αυτά τα νοήματα λοιπόν μας ενδιαφέρει να αναπαράγουμε στο λόγο μας και στη δημόσια εικόνα μας, σ’ ένα λάιβ και ένα φεστιβάλ που καλούμε κόσμο να έρθει; Αυτό το κλίμα θέλουμε να υπάρχει στους χώρους μας, ένα κλίμα φιλόξενο μόνο για στρέιτ ντόπιους; Αυτόν τον κόσμο θέλουμε να κάνουμε να νιώθει άνετα, λες και δεν μπορεί να νιώσει άνετα οπουδήποτε αλλού στο δημόσιο χώρο; Και για να μην παρεξηγούμαστε, δεν ταυτίζουμε το στρέιτ με τη ετεροφυλόφιλη σεξουαλικότητα. Αντίθετα το θεωρούμε ως μια σαφή πολιτική θέση και μια συνειδητή υπεράσπιση της ετεροκανονικότητας.

Και για επίλογο, θέλουμε να τονίσουμε πως το παρόν είναι συγκρουσιακό. Η ρατσιστική και έμφυλη βία, οι έμφυλοι ρόλοι, οι ιεραρχήσεις, η ομοφοβία, η κανονικοποίηση, οι αποκλεισμοί που κουβαλάνε, η μαγική τους ικανότητα να βάζουν άτομα στο περιθώριο, να τα κάνουν να σιωπούν, να αφαιρούν κάθε εγκυρότητα και σοβαρότητα από το λόγο τους όταν τελικά τον αρθρώνουν, δεν έχουν πάψει, ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ. Το να μην καταναλώνουμε θεαματικά και αβασάνιστα για προσωπική μας προβολή τα όσα συστηματικά και συλλογικά υπομένουν διάφορα κομμάτια της κοινωνίας, το να αναγνωρίζουμε τις εμπειρίες τους ως κάτι σοβαρό, το να στεκόμαστε δίπλα τους το θεωρούμε πολιτική αλληλεγγύη. Εκτός κι αν κάποιος πιστεύει πως δεν τον αφορούν αυτά γιατί είναι ΕΛΛΗΝΑΣ κι όχι πακιστανός και τα άντερά του δεν έχουν κάτι να φοβούνται, γιατί είναι ΑΝΤΡΑΣ και δεν θα του βιάσουν ποτέ κανένα μουνί, γιατί είναι ΣΤΡΕΙΤ και τι τον νοιάζει αυτόν για τα πουστράκια. Αλλά να μην αναρωτιέται γιατί οι Άλλοι, οι διαφορετικοί, που τόσο στερεοτυπικά χιλιοαναπαράγει στο λόγο του, θα επιλέγουν να μην βρίσκονται ποτέ στους χώρους του, αλλά να στέκουν επιθετικά απέναντί του.

Advertisements